Ο μαδημένος άγγελος

keimena 005Μεγάλη Πέμπτη. Στον Αγιαντώνη* ο κόσμος πολύς, πήχτρα. Η μάνα μου αναγκάστηκε να με πάρει μαζί της, γιατί δεν είχα παρέα και γκρίνιαζα. Ανεβήκαμε στον γυναικωνίτη. Έψαχνα να βρω τον φίλο μου, τον Αποστόλη. Πουθενά. Έπληττα αφόρητα.

Εγώ μικρός και κοντούλης και οι γυναίκες δεξιά και αριστερά σαν τα βουνά. Περιεργαζόμουν τα ρούχα τους, τη μυρωδιά τους, τα κουμπιά από τις φούστες τους, οτιδήποτε ήταν στο ύψος των ματιών μου.


Ακουγόταν ψαλμωδίες από κάτω. Λιβάνια, κουδουνάκια από τα θυμιατά, σιωπηλές γυναίκες παντού. Oι πιο θρήσκες από αυτές, κρατούσαν από ένα βιβλιαράκι και συλλάβιζαν επιδεικτικά την Ακολουθία. Κοίταζα τα κεφάλια των πιστών από ψηλά. Έψαχνα στο πλήθος, μήπως ξεχωρίσω το κεφάλι του πατέρα μου. «Σιγά μην αφήσει το καφενείο αυτός, για να ’ρθει στην εκκλησία», θα απαντούσε η μάνα μου, ήμουν σίγουρος.
Ψηλά ο θόλος της εκκλησίας με εκείνα τα καρφωμένα αστεράκια σαν επωμίδες αξιωματικών. Ένα γαλάζιο βάθος έδειχνε το στερέωμα. Στο κέντρο του ένας σμιχτοφρύδης θεός έδειχνε με τα δάχτυλά του αυτό που κάναμε εμείς όταν βριζόμασταν, κάτι σαν: «Σας την έφερα!». Έχει γούστο! Πλάκα θα ’χει!, αναρωτιόμουν.
Συνέχιζα να στριφογυρίζω το κεφάλι βαριεστημένα. Δεν περνούσε η ώρα. Κοίταζα τη μάνα μου. Αυτή, σιωπηλή και αυστηρή, δεν σήκωνε πολλά – πολλά εκεί μέσα. Σκάλισα την τσέπη μου και ανακάλυψα μέσα  ένα καρφί. Ακούμπησα βαριεστημένα το κεφάλι μου στο ξύλο και αφηρημένα άρχισα να σκαλίζω εκεί που στήριζαν οι γυναίκες τούς αγκώνες τους... Χάραζα το φρεσκοβαμμένο μαλακό ξύλο με ένα χρατς-χρατς και άρχισα να το διασκεδάζω. Τα γράμματα που χαράζονταν ένα –ένα μοιάζανε με αυτά που ήταν εντοιχισμένα στα μάρμαρα, στα ερειπωμένα τείχη, λίγο πιο πάνω από τη γειτονιά, στον Φόρο.
 Χαράζοντας, κάποια στιγμή, μέσα στην αφηρημάδα μου, ανακαλύπτω ανάμεσα από τα δάχτυλά μου τη λέξη: «Μ Ο Υ Ν Ι»… «Ωχ!», λέω, «τι έκανα; Εγώ το έγραψα αυτό;»  Το ’κρυψα με το ένα χέρι. Δεν με είδε κανείς! Σιγά - σιγά ανοίγω τα δάχτυλα και το ξαναβλέπω: «Ωχ! μουνί έγραψα, πράγματι!». Το ξανακρύβω. Το φανέρωνα - το έκρυβα, το φανέρωνα - το έκρυβα για αρκετή ώρα. Το πήρα για παιχνίδι. Μια διαστροφική ικανοποίηση με κυρίευε. Ένα συναίσθημα φόβου και θάρρους,  χαράς και τρόμου, αμαρτίας και εξιλέωσης…
Περνούσε η ώρα και αποφάσισα να σκουντήσω τη μάνα μου. Δεν έδωσε σημασία. Πέρασαν λίγες στιγμές, την ξανασκουντάω και της αποκαλύπτω σιγά σιγά με τα δάχτυλα τις χαραγμένες λέξεις στο ξύλο. Σιωπή.
liakos 005Ξαφνικά ένοιωσα μια πνιγμένη κραυγή «…Ιιιιιιιιιιι…!», που κράτησε όσο και η εισπνοή της. Σχεδόν ταυτόχρονα μου ’ρχεται μια ανάποδη στο γνωστό μέρος, πάνω από το αυτί. Νοιώθω τον γνωστό πόνο και μετά αναβιώνει συνειρμικά η γνωστή αίσθηση και εικόνα που είχα σε όλη τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας: η μάνα μου να με κρατάει από το χέρι, εγώ να γκρινιάζω, και αυτή με το ίδιο χέρι να μου ρίχνει ανάποδες όπου βρίσκει.
  Μετά, λοιπόν, την πνιχτή κραυγή της και την ανάποδη στην εκκλησία, ήρθε και το γνωστό νευρικό νεύμα με τα σφιγμένα της χείλη και το θυμωμένο κούνημα του κεφαλιού, το οποίο μάλλον «Σβήσ’ το γρήγορα» ή «Θα τα πούμε στο σπίτι» εννοούσε, αλλά δεν το’ πιασα αμέσως. Το θέμα είναι πως όλες εκείνες οι στρατιές των αγγέλων ξεκόλλησαν αμέσως από τους τοίχους και γίνανε κοπάδια που ενώθηκαν με τους μέχρι τότε γλυκύτατους αγίους και όλοι μαζί πλέον κατευθύνονταν κατά πάνω μου απειλητικά. Οι ψαλμωδίες που μέχρι τότε απλώνονταν γαλήνιες και νωχελικές μέσα στην αίθουσα, ξαφνικά και αυτές άρχισαν να κινούνται απειλητικά εναντίον μου, σαν κατάρες του Κάιν.
Σε μια αδιαμόρφωτη ανάγκη για ικεσία είχα παραδοθεί, σε μία πανικοβλημένη εξομολόγηση, που τότε δεν μπορούσα να αρθρώσω σε λόγο. Βρισκόμουν στο σπίτι της συγχώρεσης, της μετάνοιας και της αγάπης, κι εγώ δεν είχα σε ποιον άγιο να αποτανθώ για να με προστατέψει, όλοι με κυνηγούσαν. Δεν γνώριζα πως το παλάτι αυτό που το ονομάζουν «ναό» ανήκε σε έναν σαλό, έναν παλαβό που πίσω από τις βλασφήμιες του έκρυβε την άγια ψυχή του. Τώρα, ερμηνεύω κάπως έτσι εκείνη την αγωνία μου:
- Αχ! Αγιαντώνη, θα ήθελα να του πω, σαλέ και πολιούχε μου, προστάτη των τρελών και των απανταχού απάτριδων  του νου, εσύ που με την εσκεμμένη σου τρέλα έμπαινες στις απαγορευμένες για τον κοινό κόσμο περιοχές του νου των ανθρώπων, εσύ που παρίστανες τον τρελό στην περιοχή μας, μόνο και μόνο για να σε εμπιστευτούν οι τρελοί και να τους γιατρέψεις, Αγιαντώνη μου, τώρα με κυνηγούν οι ουράνιοι ιδιοκτήτες, και το θέμα είναι πως καλά - καλά δεν ξέρω τι κακό έκανα…!
 Βέβαια! Βέβαια! Δεν έπρεπε να δουν αυτήν την αισχρή λέξη οι γυναίκες. Είχε δίκιο η μάνα μου. Τώρα καταλαβαίνω γιατί οι γυναίκες φοράνε από πάνω τους ένα σωρό ρούχα: μάλλον για να κρύψουνε αυτή τη λέξη. Αλλιώς θα ήταν ξεβράκωτες και ούτε θα φορούσαν  φουστάνια με κουμπιά. Αλλά ούτε και οι άντρες θα φορούσαν παντελόνια κι από κάτω σώβρακα.
Ήταν μεγάλη η προσβολή!
Κάτω, η χορωδία συνέχιζε να ψέλνει  «η ζωή εν τάφω». «Αι στρατιαί των αγγέλων» ξανακινήθηκαν  απειλητικά  εναντίον μου, αυτή την φορά με επικεφαλής τα Χερουβείμ, τα Σεραφείμ και τα λοιπά τάγματα ασφαλείας της εκκλησίας. Πριν με συλλάβουνε, την τελευταία στιγμή δίνω μια και το σκάω προς την πόρτα.
Στην γειτονιά! Εκεί θα ήμουν ασφαλής.
«Εντάξει! Εντάξει!», έλεγα, «Θα γίνω καλό παιδί. Δεν θα ξαναβρίσω.».
Θα εξαγνίσω τον νου μου με προσευχές, θα κάνω νηστείες και αποχές από εκείνα τα κομμάτια του εαυτού μου που με πρόδιδαν κάθε τόσο,  όπως κάθε μέρα που ξεκινώ σαν άγγελος το πρωί και επιστρέφω σαν διάβολος στο σπίτι, το βράδυ.
Πέρασαν τα χρόνια, όμως, και ακόμη τρέχω, Από πίσω μου, ξέμειναν κάτι μοναχικοί άγγελοι, κάτι σαΐνια, που με ακολουθούν ακόμη κατά πόδας.
Ακόμη μου ζητάν τα ρέστα!
Έκανα ασκήσεις αρετής για χρόνια. Κάτι κατάφερα. Όμως, το συνολικό αποτέλεσμα θα το χαρακτήριζα  ιλαροτραγικό!
Όμως για στάσου! Aναρωτιέμαι πως, αν γυρνούσαμε πολλά - πολλά χρόνια πίσω, σε έναν άλλο ναό, στην Αθήνα, την Ελευσίνα ή αλλού, αν φορούσαμε άλλα ρούχα και γιορτάζαμε τον προστάτη μας άγιο κάποια μέρα σαν αυτήν, σκέφτομαι πως δεν θα τριγυρνούσαν μέσα στην εκκλησία ένα σταυρωμένο, ένα ματωμένο και κρεμασμένο πτώμα, αλλά μεγάλα πανέρια που θα περιείχαν μέσα τους πελωρίους φαλλούς και γυναικεία «αιδοία». Στο πέρασμά τους θα γονατίζαμε με κατάνυξη όλοι εμείς. Οι γυναίκες θα στριμώχνονταν, όπως – όπως, να ακουμπήσουν τον ιερό φαλλό, οι δε άντρες το ιερό αιδοίο της θεάς Δήμητρας. Θα μετείχαμε των αχράντων μυστηρίων, της γέννησης και του θανάτου. Πιο  εκεί οι γυναίκες θα ούρλιαζαν από ιερό πόθο για τον Διόνυσο και θα επιδίδονταν σε λατρευτικά όργια μέσα στην ίδια την εκκλησία
Μάλιστα! Ίσως, και σ’ αυτήν εδώ την εκκλησία, που τώρα  σκεπασμένες και κρυμμένες μέσα στα ρούχα τους προσποιούνται την ευλάβεια, ελπίζοντας να τις αποδώσει ο Κύριος αναμάρτητες εις τας ορέξεις του θεού, που θρονιασμένος πιο εκεί, ψηλά στο κέντρο του τρούλου, τις περιμένει με το σχήμα της …ευλογίας στα δάχτυλά του.
Εμένα μου είχε φανεί τότε πως ο θεός μού είχε κλείσει ελαφρώς το μάτι και μειδιούσε. Είχα την εντύπωση πως έμεινε ικανοποιημένος από την βλασφημία μου…  Κάτι θα ξέρει αυτός, έλεγα, είμαι σίγουρος!
Κάτι  θα ξέρει!
Τι θεός θα ήταν άλλωστε…!

*Άγιος Αντώνιος: πολιούχος άγιος της Βέροιας. Έζησε περί τον 13ο αιώνα σε σπηλιές της περιοχής.

porn Porn