Η θλίψη η δική μου

keimena 003Αυτός ο Καζαντζίδης έκανε μεγάλη ζημιά στο σπίτι μας!
Από τότε που ο πατέρας μου έφερε ένα ραδιόφωνο SABA στο σπίτι, σταματημό δεν είχε. Είχαμε αναλάβει κατά αποκλειστικότητα την ψυχαγωγία της γειτονιάς.


Τα απογεύματα, από την Άνοιξη μέχρι και το Φθινόπωρο, το ραδιόφωνό μας έπαιζε στο φουλ!

Ο πατέρας μου είχε καρφώσει μία εταζέρα στον τοίχο ψηλά, όπου έβαλε το ράδιο. Η μάνα μου το στόλισε με ένα σεμεδάκι, με τη γωνία προς τα κάτω, για να σκεπάζει το μεγάφωνο. Όταν έπαιζε, σήκωνε το σεμεδάκι και σκέπαζε με αυτό ένα γουρουνάκι – κουμπαρά. Σ’ αυτό το γουρουνάκι, όταν έβαζες ένα κέρμα, σηκώνονταν το καπελάκι του, σαν  «Ευχαριστώ». Κάποια μέρα όμως, άγνωστο πώς, ίσως από την υπερθέρμανση, τινάχτηκε το γουρουνάκι στην απέναντι μεριά του δωματίου! Το κοίταξα με ανοιχτό το στόμα και νόμισα πως είναι κάτι φυσικό να τινάζεται κάπου – κάπου το γουρουνάκι απέναντι. «Μπορεί να ήταν η συνέχεια της ομιλίας ή του τραγουδιού, που ακουγόταν από το ράδιο!», σκέφτηκα. Ποιος ξέρει…
Τα απογεύματα, λοιπόν, η μάνα μου άνοιγε τα παράθυρα και δυνάμωνε την ένταση, για να ακούγεται στη γειτονιά, να ακούγεται μέχρι το πεζούλι απέναντι από το σπίτι μας, όπου μαζεύονταν οι γειτόνισσες.
Ξεχύνονταν από το παράθυρο κάτι εξωτικά ονόματα: Ζιγκουάλα, Μαχαρανί, Αζίζα, Μαντουβάλα, Σεράχ. Διασκέδαζα με κάποιες τουρκόφωνες γιαγιάδες, «Αζαντζίδης είναι! Αζαντζίδης με …Μαρμελάδα!...». «Με Μα-ρι-νέ-λλα», τις διόρθωνε η μάνα μου, «Μαρινέλλα»!
  Έβλεπα, λοιπόν, να ξετυλίγονται κάτι πελώρια «…Ααααχ…» και «... μουουου...» από το ανοιχτό παράθυρο, να κάνουνε μία γύρα μέχρι του Τόλη, στης κυρά Ελλισώς, κυκλώνανε τα σπίτια μέχρι του Μυτιλέκα, μετά στης κυρίας Ρεβέκκας, και ξανά πίσω, μέσω του κυρ Φουκαλά, στην αυλή μας. Μ’ αυτό το «Αχ!» τού …Αζαντζίδη μεγάλωσα. Έστεκε εκεί ψηλά σαν το άγιο δισκοπότηρο, σαν τα άγια των αγίων και με κατάνυξη άνοιγε οτιδήποτε εμπόδιζε να φτάσει μέχρι τον προορισμό του∙ στην ψυχή μου.
keimena_004Ήταν βέβαια και η μάνα μου που το είχε πάρει σκοινί κορδόνι -είτε χαρούμενο, είτε λυπημένο, είτε ερωτικό ήταν το τραγούδι- να κολλάει και ένα «αχ!» στην κατάληξη κάθε λέξης. Μόνο αν κατέληγε σε «η!» και σε  «ε!», είχε αμηχανία να το κολλήσει. Αν τελείωνε σε «α!» ή σε «ω!», το τάραζε τον αδόξαστο. «Σ’ αγαπωώχ, κοινωνίααχ….»,  λυγμός στο προτελευταίο άλφα και πάει λέγοντας.
Από τότε μου κόλλησε κι εμένα, σε κάθε τραγούδι να έχω δύο εκδοχές. Η μία, η κανονική, και η άλλη η Καζαντζιδέϊκη. Με τα πονετικά τα «αχ!» και «ωχ!» της μάνας μου, μπορούσα να παρεμβαίνω και να τροποποιώ ένα τραγούδι από χαρούμενο σε θλιμμένο. Το αντίθετο, δύσκολα!
Σε όλα τα πράγματα, όσο αισιόδοξα και αν ήταν, έπρεπε να αποκαλυφθεί το στοιχείο εκείνο που θα τα έκανε θλιμμένα, για να ταιριάξει σε ένα λυγμό που θα συνόδευε αυτό το μόνιμο «αχ!». Δεν ξέρω πώς έγινε, ποια μετάλλαξη στις αιθερικές περιοχές τής συνείδησής μου, και αυτή η θλίψη έπρεπε να με ακολουθεί σαν κάποιο πολύτιμο μυστικό που πρέπει να σωθεί.
 Παραδείγματος χάριν, «Η μαμά τους, η κυρία καβουρίνα» δεν έλεγε τίποτα στην μάνα μου. «Αυτά είναι “κωλήσια”», έλεγε. Ήταν κωλήσια, γιατί ο γρήγορος και ο χαρούμενος ρυθμός του δεν της επέτρεπε να χώσει κάπου, όπως - όπως, αυτό το «αχ!»
Το άχτι της.
keimena 004Όμως είχε ωραία φωνή και αυτός ήταν ο λόγος που το σκεφτόμουν πολύ να της πάω κόντρα. Σ’ αυτήν, εξάλλου, χρωστούσα τον καλό μου βαθμό στην Ωδική.       
Τραγουδάκια της δεκαετίας του ’60. Τα ήξερα όλα. Περιμέναμε με τον αδερφό μου πώς και πώς τις εκπομπές της Κυριακής, που άρχιζαν στις δώδεκα το μεσημέρι, για να ακούσουμε τα καινούργια τραγούδια. Εγώ, από πείσμα στα αχ! του Καζαντζίδη, ήμουν με την «Οντεόν Παρλοφών»,  που ξεκινούσε με τα «Κατάρτια» του Πάνου Γαβαλά, ενώ η «Κολούμπια» με την «Συννεφιασμένη Κυριακή», φυσικά με τον Καζαντζίδη. Χωριζόμασταν σε ομάδες, κάποια παιδιά με τη μια εταιρεία και κάποια με την άλλη, μαλώναμε μεταξύ μας.
 «Αμάν πια αυτή η μιζέρια, η κλάψα». Έσκαγα! Γερμανία, Αυστραλία, μετανάστευση, ξενιτιά. «Καλά», αναρωτιόμουν, «γιατί στην Κατοχή, από τα τόσα τραγούδια που μου τραγουδούσε ο πατέρας μου, δεν είχε ούτε ένα αυτή την κλάψα, αυτούς τους λυγμούς;» Γιατί νόμιζα πως ήταν πιο περήφανα;
Ήταν ο Τσιτσάνης, όμως, που με τσάκιζε τα κόκαλα, ήταν ένα αεράκι που μου έφερνε τη μυρωδιά από το σκονισμένο με σοβάδες παντελόνι τού πατέρα μου, όταν γυρνούσε κάθε Σάββατο από τη Μελίκη, όπου δούλευε χτίστης. Ήταν το παράπονο της μελωδίας «Σαν απόκληρος γυρίζω», όταν έβλεπα την φωτογραφία του στον Γράμμο. Πόσα λίγα ήξερα γι’ αυτόν! Κάτι υποψιαζόμουν, και αυτό μόνο μέσα από τα μισόλογα του Τσιτσάνη. Αυτός ήταν ο μεσολαβητής ανάμεσα σε μένα και τον πατέρα μου. Μέσα από τις μελωδίες και τους στίχους του πάσχιζα να λύσω το μυστήριο του πατέρα, τον οποίο βλέπαμε μόνο τα Σάββατα.
Όμως πείσμωνα με τη μιζέρια και την κλάψα και επινοούσα κόλπα να της ξεφύγω. Ένας πληθυσμός μπολιασμένος και εθισμένος μ’ αυτό το «Αχ!». Από τη Μικρά Ασία ως τον Εμφύλιο. Δεν ήθελα μόνο τρένα για τη Γερμανία και πλοία δακρυσμένα για την Αυστραλία, αλλά και καβουρίνες να κάνουν τσάρκες αλήτικες.
Μεγάλωσα με μαντήλια σφιχτά ως το μέτωπο, με νέες να γερνούν μέσα στο πένθος, μέσα στο μαύρο. Έμαθα πως δεν ξεριζώνεις τη θλίψη, παρά μόνο την προσκαλείς σε ένα πιο χαρούμενο δωμάτιο με φως, με χρώματα, με μουσικές, με ζίλιες και βιολιά. Έμαθα με πολύ κόπο κάτι πολύ απλό: τη θλίψη κέρασέ την! Μην της πας κόντρα! Δώσ’ της κάτι να κλαίει! Εσύ μόνο κοίταζέ την από απόσταση και τράβα τον δρόμο σου. Αυτή θα κλαίει! Εσύ τράβα τον δρόμο σου…
Ας κλαίει.
Τράβα τον δρόμο σου και αυτή τον δικό της.

porn Porn