Έρωτες

liakos 007Κοιμόμασταν όλοι σε ένα δωμάτιο. Εγώ, ο αδερφός μου και, δίπλα στο διπλό κρεβάτι, οι γονείς μου. Κάποια βράδια ξυπνούσα από κάτι περίεργους θορύβους, επίμονους, που έκανε η σούστα του κρεβατιού. «Κατάλαβα», έλεγα, «Σάββατο σήμερα.

Ήρθε ο μπαμπάς και μάλλον κάνουν ό,τι κάνουν οι μεγάλοι άντρες στις γυναίκες τους τα βράδια», όπως έλεγαν τα μεγαλύτερα αγόρια στη γειτονιά. «Δηλαδή, αυτό είναι  έρωτας;», αναρωτιόμουν. «Αυτό που κάνουν οι μεγάλοι τα βράδια στα κρεβάτια τους και την άλλη μέρα δεν μιλάνε καθόλου γι’ αυτό; Αυτό που τη άλλη μέρα το ξεχνάνε; Που αλλάζουν συμπεριφορά;  Που γίνονται σοβαροί; Που πηγαίνει ο πατέρας μου στη δουλειά του και η μάνα μου στην κουζίνα;». Αυτό είναι ο έρωτας;


Μάλλον αυτό θα ήταν. Αλλά, ήταν - δεν ήταν, εγώ έβλεπα τον πατέρα μου με καχυποψία. Με έκανε να αμφισβητώ για την αποκλειστικότητα της μάνας μου προς εμένα. Ήταν αυτός που μου αποκάλυπτε ένα δικό τους μυστικό και εγώ δεν ήξερα με ποιον τρόπο θα γινόμουν κοινωνός του. Τον έβλεπα με καχυποψία και μόνο όταν μου διηγούνταν ιστορίες από το αντάρτικο και από τον Γράμμο, ξεχνιόμουν και ταξίδευα με τα λόγια του. Όταν μου τραγουδούσε τα ΕΛΑΣίτικα τραγούδια, ξεχνούσα αυτήν τη σιωπηλή έχθρα μου. Όταν μου θύμιζε την ηρωική του φύση, τον συγχωρούσα. «Δεν πειράζει», έλεγα, «Όσοι πολέμησαν στα βουνά, όπως αυτός, όσοι παίξανε τη ζωή τους κορώνα γράμματα, ίσως να έχουν μάθει σε τέτοιες νυχτερινές επιδρομές, να έχουν μάθει στις ενέδρες και στους αιφνιδιασμούς της νύχτας».
Δεν ξέρω. Ήταν όντως ένας πόλεμος για μένα και ο πατέρας μου κάποιος που ενοχλεί τη μάνα μου και δεν την αφήνει να κοιμηθεί.
 «Και καλά αυτός. Αυτή γιατί δε τον αποφεύγει;», αναρωτιόμουν.   «Αυτή δεν μοιάζει να θέλει να τον αποφύγει», συμπέρανα και θύμωνα μαζί της. «Άρα, αν είναι αυτό ο έρωτας, τότε είναι κάτι που σε κάνει να αναστενάζεις, αλλά κατά βάθος σ’ αρέσει», έλεγα, συνεχίζοντας τις υποθέσεις μου.  Ένα, ναι μεν, αλλά… Τι να πω!
Άρχισε, λοιπόν, να εδραιώνεται μέσα μου το καθήκον να προστατέψω τη μάνα μου από τις επιθέσεις του πατέρα, έπρεπε να γίνω ο προστάτης της και ο ειρηνικός της σύντροφος.
Έτσι περνούσαν τα χρόνια, πήγαινα στο Γυμνάσιο και έβλεπα τα κορίτσια σαν εικονίσματα που συγκινούνται μόνο από καλές πράξεις, από ηρωικά κατορθώματα και πνευματική ανωτερότητα.
«Εγώ θα τις γοητέψω με ευαίσθητους τρόπους, όχι όπως ο πατέρας», έλεγα.
Διάβαζα «Μικρό ήρωα», «Μικρό σερίφη» και «Μικρό κάου-μπόι»
«Ρε συ!», μου λέει κάποια μέρα ο ξάδερφός μου ο Τάκης, που κάπνιζε από τα οχτώ του και ήταν μπασμένος στην πιάτσα, «Ρε συ, ακόμη «Μικρό σερίφη» διαβάζεις;», μου είπε με ένα ειρωνικό ύφος, κουνώντας το κεφάλι του. «Ε, και τι να κάνω;», του απάντησα λίγο ενοχλημένος «Ρε, βρες καμιά φιλενάδα, βρες καμιά γκομενίτσα! Τι κάθεσαι; Άκου «Μικρό σερίφη» ακόμα…». Αισθάνθηκα σαν ηλίθιος.
Πήγαινα τρίτη Γυμνασίου. «Και πώς βγάζουν γκόμενα;», αναρωτιόμουν, «Τι κάνουν;» Ντροπή να ρωτάω, έπρεπε να το ξέρω. Θα με παίρνανε στο ψιλό. Ρωτούσα δισταχτικά τα μεγάλα μου ξαδέρφια, να μάθω τους τρόπους που μιλάνε σε ένα κορίτσι. Όμως τίποτα! Αποτυχία! Γιατί, η ερωτοτροπία για μένα ήτανε το να διασταυρώνω μαζί τους το βλέμμα μου, μήπως και αποσπάσω έστω και μία υποψία χαμόγελου. Μήπως αισθανθώ στο πρόσωπό τους την αμηχανία τους από το βλέμμα μου. Αυτό. Ήταν όμως ικανό αυτό να μου φέρει τέτοια ένταση, τέτοιο χτυποκάρδι που έπαιρνα εκείνο το βλέμμα μαζί το βράδυ στον ύπνο μου και νανουριζόμουν μέχρι την άλλη μέρα, που θα ξανασυναντιόμασταν ξανά στο δρόμο για το σχολείο.
Άρχισα να μαθαίνω κιθάρα! Τι να ’κανα; Είχα αποφασίσει να τις κάνω να με προσέξουνε. Θα αναδείκνυα την άλλη πλευρά μου, την τρυφερή, την ευαίσθητη, ίσως και πλησιάζανε αυτές εμένα, αφού δεν είχα το θάρρος να πάω εγώ σε αυτές.
liakos 007Ο φίλος μου ο Χρήστος έπαιζε το «Δε χάουζ οφ δε ράιζινγκ σαν». «Ράι σιξάν», το λέγαμε εμείς. Τι μαγεία! Τι απέραντες σκάλες, για να ανεβαίνω στα ανάκτορά μου! Κλεινόμουν στο δωμάτιό μου και μέσα από τα ακόρντα της κιθάρας έμπαινα σε μυστικούς λαβύρινθους, σε παλάτια εγκατελειμένα από χιλιάδες χρόνια. Ήμουν ένας πρίγκιπας που κληρονομούσα ένα βασίλειο και μετρούσα με αυτό το μαγικό όργανο την επικράτειά μου. Άλλοτε την βροντούσα και άλλοτε την χάιδευα. Την αγκάλιαζα, την έσφιγγα στο σώμα μου, σαν το κοριτσίστικο κορμί που τόσο λαχταρούσα να νοιώσω επάνω μου. Άρχισα να κάνω φίλους που παίζανε μουσική, βρήκα την άκρη μου. Με καλούσαν σε πάρτυ, στα οποία εγώ έβγαινα προς το τέλος με την κιθάρα μου, περήφανος που έβαζα στο στόμα μου τα λόγια και τη μουσική από το «Φορτηγό» του Σαββόπουλου.
liakos_007Μέσα από τα λόγια και τη μουσική των άλλων βρήκα τα δικά μου λόγια. Ό,τι είχα υποσχεθεί αμίλητα στη μάνα μου, είχα αρχίσει σιγά-σιγά να το υλοποιώ.
Μπορεί η κάθε επαφή με τα κορίτσια να μου έφερνε αναστάτωση, όμως είχα πια εθιστεί σ’ αυτό. Είχα μάθει να ζω με την ένταση αυτής της ταραχής, μου άρεσε. Και αυτός ήταν λόγος για να ανακυκλώνω αυτήν την αναστάτωση μέσα μου, λες και ήταν η προϋπόθεση της γαλήνης μου. Έπρεπε πάντα να προηγείται ένα χτυποκάρδι, για να ηρεμήσω, και κάθε κορίτσι ήταν αυτό το χτυποκάρδι. Κάθε κορίτσι κουβαλούσε το βλέμμα του πατέρα μου και των φίλων που θα με βαθμολογούσαν.
 Κάποιες φορές αυτή την «εξέταση» δεν άντεχα. Να πάνε στο διάολο!, έλεγα απηυδησμένος. «Αϊ σιχτίρ!»,  και έτρεχα προς το καταφύγιό μου: την κιθάρα. Εκεί, δίπλα στο δωμάτιο των παππούδων μου, που το είχαμε μετατρέψει με τον αδερφό μου σε κρυψώνα.
Έτσι πέρασα την εφηβεία μου, ώσπου ένα καλοκαίρι στις διακοπές γνώρισα τη Λίλα. Για πρώτη φορά γνώριζα ένα κορίτσι που δεν μου φερόταν σαν γατούλα με ναζάκια και ματάκια. Ήταν φιλική, με ακομπλεξάριστη παιδικότητα, και χαιρόταν να με λούζει μετά το μπάνιο στη θάλασσα με το λάστιχο, όπως τα μωρά… Γίναμε φιλαράκια. «Επιτέλους, να και ένα κορίτσι που φέρεται σαν παιδί και όχι σαν γκομενίτσα», έλεγα. Διασκέδαζα με τα καινούργια συναισθήματα. «Καλά», έλεγα, «μπορείς να είσαι με μια κοπέλα φίλος όπως με τους φίλους σου;» Δεν το ήξερα, «Μπορεί, γιατί όχι;»
 Στο δωμάτιο που παραθερίζαμε είχαμε μια κιθάρα και κάθε απόγευμα  ανάμεσα στα άλλα, έπαιζα με ιδιαίτερο πάθος το «Che sara?». «Τι θα απογίνω;». Χαμπάρι δεν είχα, τι θα απογίνω. Τραγουδούσα, όμως, με το πάθος τού José Feliciano και φαίνεται πως αυτή η βεβαιότητα έβγαινε και στη χροιά της φωνής μου, έβγαινε σε ολόκληρο το κορμί μου. Η Λίλα καθόταν απέναντί μου συνεπαρμένη, με το κεφάλι της στηριγμένο στις παλάμες της. Κάθε μέρα μού ζητούσε να το ξαναπαίζω και εγώ το επαναλάμβανα με ευχαρίστηση. Συγκινούνταν πάντα με την ίδια ένταση και εγώ ενστικτωδώς άρχισα να προετοιμάζομαι για την αρχή μιας νέας  χαρτογράφησης. Ο  μίτος της μουσικής κατέληγε στη Λίλα…   
 Έτσι και έγινε!
Πέρασαν σαράντα χρόνια από τότε. Σαράντα χρόνια μαζί!
Ό,τι ξεκίνησε σαν μουσική, συνεχίστηκε σαν σχέση. Και καλά, στη μουσική λίγο πολύ τα κατάφερνα, στη σχέση μας, όμως, έπρεπε να δέσω επάνω της τον μίτο και να μπω σε νέες ακόμη πιο μυστηριώδεις πολιτείες. Μου δινόταν η ευκαιρία να μάθω, τι είναι η αγάπη. Τι είναι να φεύγεις από τις φαντασιώσεις σου. Τι σημαίνουν οι πράξεις σου για τον άλλον. Τι είσαι ικανός να προσφέρεις στον άλλον. Θεωρούσα, πως η μεγαλύτερη προσφορά προς τη Λίλα ήταν να θυσιάσω κάτι από τον παλιό μου εαυτό. Αν θα άλλαζα, ήταν σημάδι αγάπης. Έτσι το έβλεπα.
«Ε, αν την αγαπάς, μάθε να γυρνάς πίσω», έλεγα, αρχίζοντας να ιεραρχώ τους νόμους και τους κανόνες αυτής της πολιτείας.
Ξεκίνησα, λοιπόν, να γυρνάω πίσω κάθε τόσο, για να ξαναανακαλύψω έναν άνθρωπο που νόμιζα ότι γνωρίζω. Ήθελα να την ξανάβλεπα με το σαπούνι στα χέρια και το λάστιχο να με λούζει όπως τα μωρά. Έφαγα  πολλές φορές το σαπούνι στα μούτρα και αυτή τις φοβερές μου εκρήξεις.  Νάτη, η ευκαιρία! Να μάθαινα από τις εκρήξεις, να μη βλέπω μόνο κεραυνούς αλλά και φως. Να μάθαινα πως η αστραπή μπορεί να είναι το μέσο που θα φωτίσει την επόμενη διαδρομή που είχα να περπατήσω ως το βάθος της ψυχής μου. Να παίρνω το φως των ηλεκτρικών κενώσεων, των ενστίκτων μου, σαν S.O.S που καλεί ένα χέρι να με πλησιάσει. Ένα χέρι που αντέχει στην αφή των έγκλειστων ενστίκτων μου, που θα τα ημέρευε σιγά - σιγά, ώσπου να πάρουνε τον δρόμο τους για το φως. Να δίνω ονόματα σε όσα σκοτεινά κομμάτια της ψυχής μου φτάνω, να  εξοικειωθώ μαζί τους και να μην το βάζω στα πόδια, μόλις θα εμφανίζονταν.                                                        
«Αφού δεν γλυτώνεις από το παρελθόν σου», έλεγα, «τουλάχιστον φρόντισε να κάνεις ανακωχή μαζί του». Έτσι άρχισα να έρχομαι σε διαπραγματεύσεις μαζί του:
- Σου δίνω αυτά, δώσε μου εκείνα.
Μάθαινα πως δεν δικαιούμαι πάντα όσα φανταζόμουν και έσκαγα. Ξανά και ξανά επέστρεφα, ώσπου άρχισα να μαθαίνω τι σημαίνει να αποδέχεσαι τα μη περαιτέρω. Αυτή η εναλλαγή των συναισθημάτων τής ταπείνωσης με τη λύτρωση είχε μια άγρια ομορφιά και άρχιζε να μου αρέσει, γιατί είχε μέσα της τον δρόμο που ανέτρεπε τις άκαμπτες  συνήθειές μου. Είχε τον τρόπο να ελαφρύνει τα πόδια μου σιγά – σιγά  από το μολύβι που με εμπόδιζε να πετάξω.      
Και άρχιζα να αλλάζω.
Άκουγα πως αγάπη είναι μια καλοκάγαθη χαρά, που έρχεται κάνοντας καλές πράξεις και κάποιο πρωί κατοικεί μέσα σου και δεν σε εγκαταλείψει ποτέ. Κάτι ανάμεσα σε Αμερικάνικη ταινία και κυριακάτικο εκκλησιαστικό κήρυγμα. Ναι, αλλά δεν ήξερα πώς φτάνεις ως εκεί. Δεν ήξερα πως η αγάπη είναι πόνος και ήττες και ανελέητο ξεγύμνωμα. Δεν  ήξερα ότι δεν σου ’ρχεται η αγάπη από τον ουρανό!  Δεν ήξερα ότι τη δουλεύεις. Ότι δεν είναι έμπνευση και οίστρος αλλά μία διαδρομή ανάμεσα στην ευτυχία και την απόγνωση, τη θλίψη και την ανάσταση.
 Δεν ήξερα πως, όταν αγαπάς, ξεκινάς να γνωρίσεις τον άλλον, αλλά στην πορεία, αναγκαστικά, γνωρίζεις τον εαυτό σου. Αν είσαι ειλικρινής, θα επισκεφθείς τις απρόσιτές σου περιοχές και συγκλονισμένος θα ανακαλύψεις πως αυτό που έψαχνες από τον άλλον, δεν ήτανε παρά η δική σου επικράτεια και ο άλλος δεν ήταν παρά ένας καθρέφτης που έδειχνε διαρκώς εσένα.
Όμως, ποτέ δεν ξεκινάς μόνος σου αυτό το ταξίδι. Χρειάζεται πάντα ο άλλος, που με ένα μαγικό τρόπο γίνεται η μακρινή υπόσχεση του ευτυχισμένου τέλους του ταξιδιού.
Αυτό ήταν η Λίλα.                                     
 Σ’ αυτήν τη διαδρομή  κουβαλούσα  πάντα τους χαρταετούς μου. Δεν τους αποχωριζόμουν ποτέ. Όσο μεγάλωνα, πρόσθετα κι άλλο σπάγκο. Συνέχιζα να ψάχνω τον άνεμο που θα τον σήκωνε ακόμη ψηλότερα. Σαράντα χρόνια έδενα κι άλλο σπάγκο, κι άλλο σπάγκο. Η Λίλα δεν μου γκρίνιαζε γι’ αυτό ποτέ. Αντίθετα, μου έφερνε κι άλλο. Και το έδενα. Και μου ξαναέφερνε, και συνέχιζα να αμολάω τον σπάγκο μου, και ο χαρταετός μου πήγαινε ψηλότερα. Πηγαίνει ψηλότερα, σαράντα χρόνια   τώρα…

porn Porn