Εντατικά

keimena 002Στην Πέμπτη τάξη έφυγε η κυρία Καίτη και μας ανέλαβε ο κύριος Γιώργος. Ήταν νέος, φορούσε μακρόστενα γυαλιά με μαύρο σκελετό. Όταν τον πλησίαζες, μύριζε ένα ωραίο άρωμα. Κάποια σύμφωνα τα προσπερνούσε και αυτό τον έκανε στα μάτια μου ακόμη πιο συμπαθή.

Ήμουν ακόμη τρομοκρατημένος από την προηγούμενη δασκάλα, δεν φανταζόμουν ότι μπορεί να αλλάξει κάτι. Όμως, όταν ο καινούργιος δάσκαλος μού απηύθυνε κανά δυο φορές το λόγο, με φώναξε «Τασούλη».
Ήρθε η μάνα μου να ρωτήσει πώς πάω, «είναι πολύ καλό παιδί, λίγο αδύνατος στην Αριθμητική, αλλά με λίγη προγύμναση θα τα πάει περίφημα».


Από την άλλη μέρα με ανέλαβε στο φροντιστήριο μία κοπέλα το ίδιο χαμογελαστή με τον κύριο Γιώργο. Μας την είχε συστήσει ο ίδιος και μου θύμιζε κοπέλες που παίζανε στο σινεμά. Πήγαινα σε ένα σπίτι προσφυγικό, του εποικισμού. Ήταν λίγο σκοτεινό, γεμάτο με παλιά έπιπλα, με φωτογραφίες από τη Μικρά Ασία στους τοίχους. Με υποδέχονταν οι γονείς της κοπέλας. Ήταν ήρεμοι άνθρωποι, καλοσυνάτοι, είχανε κάτι πιο φιλικό από τις εξάρσεις των συγγενών μου, μια απλότητα, μια λιτότητα που με ηρεμούσε. Η προγυμνάστριά μου ήταν η αρραβωνιαστικιά τού δασκάλου μου και μ’ αυτόν τον τρόπο εξοικονομούσε κάποια χρήματα για να τα βγάλει πέρα. Άκουγα την απαλή φωνή της, έβλεπα το ήρεμό της πρόσωπο, έβλεπα τα έπιπλα, τις φωτογραφίες. Παντού αντηχούσε κάτι σαν αντίλαλος, έτσι μου φαινόταν. Ένα «Αλλού, αλλού! Μακριά είναι η πηγή σου! Ό,τι έρχεται από αλλού και είναι σαν αυτήν την κοπέλα, σαν αυτήν τη γριούλα που μου ανοίγει την πόρτα, ίσως αυτό να είναι ο πολιτισμός σου!».
 Τι ωραία, να ήταν αυτός ο πολιτισμός για τον οποίο θα μας μαθαίναμε στο σχολείο! Ένα φτωχικό δωμάτιο, ειρηνικά πρόσωπα, φιλικά χέρια που σε ακουμπούσαν τρυφερά, όταν σου μιλούσαν, και κυρίως οι φωτογραφίες των παππούδων στους τοίχους με δυο μικρές φουντίτσες δεξιά και αριστερά.
 Άρχισα να κάνω εντατικά μαθήματα και στα Ελληνικά και στην Ορθογραφία. Η εξέλιξή μου, γρήγορη.
Ο κύριος με έστελνε έξω να κάνω δουλειές, τι τιμή για μένα! Μια φορά με έστειλε στο σπίτι του, στο δωμάτιο που νοίκιαζε, για να πάρω κάτι που είχε ξεχάσει πάνω στο γραφείο του. Αυτό ήταν! Μπήκα στα άδυτα του δασκάλου μου. Παντού, εκείνο το άρωμα. «Φαίνεται, όλοι οι μορφωμένοι τέτοια αρώματα θα χρησιμοποιούν, στα σπίτια τους έτσι θα μυρίζει, αλλιώτικα, καινούργια.» Το σπίτι του, πίστεψα, πως ήταν αυτό το άρωμα, ότι κατοικούσε μέσα σ’ αυτό. Μου μπήκε η ιδέα και εγώ, κάποτε, σε αρώματα λογής - λογής να κατοικήσω, σαν τους δασκάλους του σχολείου. Ένα άρωμα καθόλου επιδεικτικό, σαν το δωμάτιο της αρραβωνιαστικιάς του που με προγύμναζε.

liakos 004Ήμουν νευρικός, αψύς, φασαριόζος από μικρός. «Παιδί είναι, τι να τον κάνω, δεν ακούει…», δικαιολογούνταν η μάνα μου, όμως τώρα κάτι άλλαζε μέσα μου. Χτυπημένος από τις ιδιοτροπίες μου, καταπονημένος από την προηγούμενη δασκάλα, έψαχνα ένα μέρος να αφουγκραστώ την ψυχή μου, και βρέθηκα σε αυτό το άρωμα του δασκάλου, στο δωματιάκι που προγυμναζόμουν και στους τοίχους με τους παλιούς αρχόντους από τη Μικρά Ασία.
Λες η προσφυγιά να σε ολοκληρώνει; Να σε κάνει γαλήνιο και σπουδασμένο; αναρωτιόμουν. Να σε κάνει αυτάρκη με τα βιβλία σου και λιγότερο απαιτητικό με τους ανθρώπους; Να σε κάνει με λιγότερο θυμό, δίχως βρισιές και εκρήξεις που με τσάκιζαν σαν κακιά αρρώστια;
Ναι! ήθελα να φύγω από ό,τι με γυρνούσε στα παλιά, στον παλιό μου εαυτό, στην παλιά μου δασκάλα που ήθελα να ξεχάσω. Ζήλευα αυτούς που ήταν καλύτεροι από μένα, αυτούς που, όταν μιλούσαν, χρησιμοποιούσαν ωραία λόγια, χρησιμοποιούσαν «καλολογικά στοιχεία», όπως μας μάθαιναν στο σχολείο.
 
Λίγο πριν πάω στο Γυμνάσιο άκουγα από τους παλαιότερους για μία εξίσου κακιά καθηγήτρια. Φοβερές ιστορίες! Μην πέσω σ’ αυτήν, έλεγα! Και αν πέσω, τι θα κάνω;
Το προκάλεσα; Δεν ξέρω! Έπεσα επάνω της! Έτρεμα σαν το ψάρι στη θέα της. Κάτι μέσα μου, όμως, φαίνεται πως είχε αλλάξει. Η παλιά μου δασκάλα, άθελά της, με βοήθησε να μάθω να φεύγω, να ψάχνω αλλού, να αποφεύγω το τώρα, το τώρα που με βασάνιζε σαν τον Προμηθέα στο βράχο.

Αργότερα, μετά από άπειρες άσκοπες πτήσεις, έπειτα από απίστευτες, φανταστικές προσομοιώσεις των επιθυμιών μου σε άγνωστους, σκηνοθετημένους χώρους, έπειτα από ατυχή συναπαντήματα, σιγά - σιγά άρχισα να ξεχωρίζω τους φωτεινούς από τους σκοτεινούς κατοίκους αυτής της φανταστικής χώρας, όπου θα ήθελα τόσο πολύ να κατοικήσω. Έπρεπε να μάθω, όμως, πρώτα να ξεχωρίζω τα ξωτικά από τα στοιχειά, τους αγγέλους από τους διαβόλους, τα χρήσιμα από τα περιττά, τα δικά μου από τα ξένα, τους συγγενείς μου στη γη από τους φίλους μου στον αέρα. Ό,τι εκλεκτό άνθρωπο συνάντησα, είχε κάτι από αυτά τα σημάδια του αέρα και από κείνα τα ταπεινά και γλυκά πρόσωπα του φτωχικού προσφυγικού σπιτιού.

Μάλλον δεν είχα τη στόφα του ταξιδιάρικου πουλιού με τις μεγάλες φτερούγες, αλλά ήξερα ότι χρειάζομαι φτερούγες επειγόντως, και ας ήταν μικρά φτερά, δυσανάλογα με το μπόι μου. Ας πετάω χαμηλά, όσο να γνωρίζω έστω λίγο καλύτερους από μένα, ίσα να βάλω τον εαυτό μου δίπλα τους, να μετρηθώ και να κερδίσω τη φιλία τους. Ήξερα, ή μάλλον έμαθα, ότι πρέπει να θυσιάσω κάτι, για να με δεχτούνε στην παρέα τους. «Τον θυμό! Τον θυμό!», φώναξα αμέσως χωρίς άλλη σκέψη. Τον θυμό. Αυτό το κακορίζικο πουλί που με επισκέπτεται απροειδοποίητα από την πρωτόγονη φωλιά του, για να να με ταπεινώνει, θυμίζοντάς μου πως τα χρόνια μου περνούν και ότι ανήκω πλέον και εγώ στον πληκτικό κόσμο των μεγάλων..

porn Porn