Αν ξαναγεννηθώ

liakos 008- Φτου, να πάρει η ευχή, πάλι λάθος!

Η δασκάλα μιλούσε με τις ώρες. Το βλογιοκομμένο της πρόσωπο, τα γυαλιά, η βαθιά και αυστηρή φωνή της με σημάδευαν. Κοίταζε προς εμένα. Πάντα εμένα κοιτάζει και με παραλύει. Παραδίνομαι, λέω. Πες μου, κυρία, τι να κάνω;

Μαμά, τι να κάνω, για να αντέχω; Εσύ με προσέχεις, με έχεις μοναδικό, τι εύκολα που ξεμπερδεύω με τις δυσκολίες μου, θυμώνω - βρίζω - τραγουδάω, δεν με μαλώνει ποτέ κανείς, όταν είμαι μαζί σου.

Χθες λέρωσα με λάσπες το καινούργιο φόρεμα τής Σοφούλας, η κυρία Ρεβέκκα γύρεψε εξηγήσεις από τη μάνα μου, «Να μαζέψετε τα κορίτσια σας» αυτή απάντησε, «το παιδί δεν είναι αλήτης».
Το παιδί δεν είναι αλήτης! Δεν είναι!
Η δασκάλα συνέχιζε να με κοιτάζει επίμονα, κάποιες λέξεις στον αέρα: «…Σπαρτιάτες …Πέρσες …μάχη Θερμοπυλών». Δεν θυμάμαι καλά… «…Γεωμετρία…». Τα μάτια της επάνω μου. «Λιάκο!». Φωνάζει τ’ όνομά μου! Όχι τώρα, όχι τώρα! …Πρέπει να την κοιτάξω, γνωρίζω τις συσπάσεις του προσώπου της, τις αδιόρατες ρυτίδες που στραβώνουν πριν τον θυμό της, πριν τη θυελλώδη της οργή. …Κοιτάζω το μέτωπό της με απόγνωση, μία τεράστια τρύπα ανοίγει ανάμεσα στα φρύδια της! Χώνομαι μέσα: μία απότομη πλαγιά καλυμμένη με ανθρώπινο δέρμα, στα δεξιά μου. Προχωρώ. Σχήματα παντού, φτιαγμένα από τη σάρκα μου! Το ίδιο και η τσάντα μου, στην αγκαλιά μου! Προχωρώ ακόμη πιο βαθιά στην τρύπα τού μετώπου της, το βλέμμα μου καρφωμένο επάνω της - το βλέμμα της πάνω μου. Όχι, να μην αναφέρει το όνομά μου τώρα, γιατί πριν από λίγο η Ειρήνη με είχε γλυκοκοιτάξει με εκείνα τα παραμυθένια σιέλ μάτια της. Όχι, μη με συλλάβουν τώρα, τη στιγμή της διάρρηξης, την ώρα που παραβιάζω τον κρυστάλλινο χώρο της φαντασίας μου…

Η  φ α ν τα σ ί α! Αυτό θα ’τανε, λοιπόν, το σπίτι όπου θα προετοίμαζα τα λόγια μου, τις μάσκες μου, μία για κάθε στιγμή, μία για κάθε άνθρωπο, μία ακόμη και για να αντικρίζω τον εαυτό μου!

liakos 007Όχι!  να μην αναφέρει το όνομά μου τώρα, τώρα που νανουρίστηκα από το γλυκό χαμόγελο της Ειρήνης. Τι ντροπή, Θεέ μου, τι ταπείνωση να αποδειχθώ ένας αλήτης του δρόμου, να φανεί πόσο αμελής είμαι στα μάτια της, στην πρώτη μαθήτρια της τάξης. Όχι! Όχι! Θα φοράω μάσκες, θα συναντώ τους ανθρώπους μ’ αυτό που θέλουν, θα βλέπω τι κάνουν οι μεγάλοι και θα κάνω τα ίδια, θα διαβάζω βιβλία που δεν καταλαβαίνω, θα γράφω και εγώ επί  «…σοβαρού επιπέδου…».
Ακαταλαβίστικα! Ακαταλαβίστικα μού είναι όλα. Αφού δεν μπορώ να μιλήσω για την ευγενική καταγωγή της γενιάς μου, για τα ανδραγαθήματά μου, τις φαντασίες μου! Αφού θα με μαλώσει πάλι η δασκάλα για τα κακά μου γράμματα, για το ότι είμαι αδύνατος στην αριθμητική. Όμως, πού θα πάει, δε θα ’ρθει η ώρα της Ωδικής και της Χειροτεχνίας; Ναι, εκεί, το ξέρω, θα με κοιτάξουν με θαυμασμό τα κορίτσια, η δασκάλα θα με ξεχωρίσει!
Θα ’ρθει και ο Ιούνιος, όμως, και η καρδιά μου θα χτυπάει ανήσυχα. Εξετάσεις! Ενδεικτικά! Η μάνα μου  φρόντιζε να μου δίνει φασόλια από το χωριό, να τα πάω πεσκέσι στη δασκάλα μου, να με ευνοήσει να περάσω την τάξη. «Ξέρετε, κυρία Καίτη, το παιδί έχει πρόβλημα, είναι καρδιακό, μην το ζορίζετε», της έλεγε κάθε φορά που έπαιρνε τον έλεγχό μου. Με έκανε καρδιακό η αθεόφοβη και με φόρτωνε έναν ακόμη ρόλο. Έπρεπε να σπουδάσω το ύφος του καημένου, για να με λυπάται η δασκάλα και να την σκαπουλάρω από τα δύσκολα.
Όμως, κατά βάθος, πράγματι ήμουν «καρδιακός»: Όλα στην καρδιά μου ξέσπαγαν κι αυτή χτυπούσε ασυγκράτητα, έτσι που κάποτε πίστεψα πως σκέφτομαι μ’ αυτήν.
«Το βλέμμα της Ειρήνης προσοχή μην αποκαλυφθεί, μην το δούνε και σε διασύρουνε.»
Δεν είναι μόνο τα μάτια μου, Ειρήνη, και η καρδιά μου και το μυαλό μου είναι σαν το δικό σου. Σαν τους καλούς μαθητές. Και δώσ’ του να χτίζω ένα σκηνικό, όπου έκρυβα με επιμέλεια όσα φάνταζαν εχθρικά στον κόσμο των άλλων, στον κόσμο των αλάνθαστων. Έγινα υπάκουος, όμως το σκοτάδι της τρύπας στο μέτωπο της δασκάλας βάθαινε κάθε φορά πού με κοίταζε. Μάλλον, πέτυχα. Ήμουν εκεί χωρίς να είμαι. Δεν με μάλωνε συχνά και φαίνεται πως κάτι κατάφερα. Έμαθα να κοιτάζω ποτάμια, λαγκάδια, πλαγιές με ρίγανη στα μέτωπα των ανθρώπων. Έμαθα να βλέπω τη γιαγιά μου σ’ αυτήν την τρύπα… Αλίμονο, αν με ανακάλυπτε η δασκάλα!
Κοιτάς χωρίς να κοιτάς. Ψέματα λένε πως στο σχολείο μαθαίνεις Φυσική, Χημεία, Αριθμητική. Σ’ αυτήν την τρύπα που δραπετεύεις από την κακιά δασκάλα εκπαιδεύεσαι να ανοίγεις λαγούμι εντός σου και να το σκας.
Οι άλλοι συνέχιζαν τη ζωή τους, εγώ στην τρύπα μου. Να μ’ αφήσουν ήσυχο, να μάθω δυο τρία πράγματα μόνο, ίσα – ίσα να τους παραπλανώ πως είμαι κάτι δικό τους, ένας μέσος όρος συμπεριφοράς.
«Δηλαδή πάει χαράμι αυτή η γέννα;» αναρωτιόμουν. Καλός ο μέσος όρος, όμως είναι μακριά από τον απότομο γκρεμό με τα αγριολούλουδα, μακριά από την επίπληξη, τα δυσάρεστα λόγια και την ταπείνωσή μου. Ναι! Έμαθα να εκμαιεύω την κολακεία και τα ευχάριστα… Αχ! μαμά, μου έμαθες να θέλω την αγκαλιά σου, δεν θα σου το συγχωρήσω αυτό. Μου έμαθες να είμαι μοναδικός, δικός σου, αλλά η ζωή πάντα μού ξέφευγε, μόνο κάτι απόηχους προλάβαινα και έλεγα την άλλη φορά θα σε φτάσω ζωή, θα σε περιμένω, θα ’ρθω πριν από σένα, θα γίνω καλός μαθητής, θα αφήσω την ντροπή ελεύθερη να φανερωθεί. Θα ανοίξω τις πόρτες στο ασήμαντο γυάλινο σπιτάκι μου, να δεις με τι ανοησίες σε σπούδαζα. Να φανεί η ατέλειά μου σε όλο της το χάλι. Αφού ο μέσος όρος δεν σου έφτασε, ας σου αποκαλύψω εκείνη την τρύπα διαφυγής που το έσκαγα πριν την αναμέτρηση. Ας φανούν τα μετέωρα κλεφτά χαμόγελα της Ειρήνης, τα μετέωρα, τα νεύματα, τα ορφανά και εκείνη η σκονισμένη στολή του πρίγκιπα. Αχ! μαμά, οι φτερούγες σου ήταν ατσάλινες, μαζί με το κακό εμπόδισες και το καλό να με φτάσει, με εμπόδιζες να χάνω, να νικιέμαι, να γυρνάω χωρίς σκοπό, να αλητεύω. Και τώρα τις ίδιες φτερούγες βάζω, για να πετάξω, να γίνω αερικό, να αγγίξω ό,τι απαγορευμένο υπήρχε στο γυάλινο σπιτάκι μου.
Μαμά, έλεγες πως η ζωή έχει καθήκον να με περιμένει, αλλά στη στάση είμαι μόνος μου εδώ και πολλά χρόνια…

porn Porn