Γεννήθηκα και μεγαλώνω στην Βέροια

liakos 001Γεννήθηκα και μεγαλώνω  στην Βέροια. Στοιχειώνω κοντά της, της κρύβομαι, αλλά κάθε τόσο οι μυθικοί βασιλείς της με ανακαλύπτουν, και μου αναθέτουν μια αποστολή.
Κατάλαβα, λέω, θέλουν να σαρκωθούν αυτοί, να γίνει το άϋλο υλικό και εγώ να αναληφθώ.
Φωνές με ζώνουν, φωνές μυστήριες από παντού. Τι ζητάω εγώ σε τέτοια μέρη;
Φοβάμαι και ορμάω πίσω στην γειτονιά που γεννήθηκα, κάπου κοντά στο γήπεδο. Αφουγκράζομαι τα απογεύματα από τα ανοιχτά παράθυρα τις παραμορφωμένες μελωδίες. Ξεχωρίζω την «Μαχαρανή» τα «ηλιοβασιλέματα» τον «Υμηττό» τον Τσιτσάνη τον Καζαντζίδη τις χορωδίες του Σίμωνα Καρρά, τον «..ραδιοφωνικό σταθμό της Άγκυρας!»΄που έλεγε η μάννα μου με καμάρι, τους αμανέδες των προσφύγων. Ξεχωρίζω και ένα χέρι που κρατούσε ένα πολύτιμο  αχ,  και προσπαθούσε να το ακουμπήσει με ευλάβεια και προσοχή πάνω στην ψυχή μου.

 Α! ήταν και οι ψαλμωδίες του παππού που ερχόταν να μας δει πάνω στο κάρο με το άλογο: «ω άμμος της θαλάσσης» «του λίθου σφραγισθέντος». Ήταν και τα γλυκά πρόσωπα των κοριτσιών που δεν έβρισκα τρόπο να τα φτάσω. Ήταν  η μεγάλη Παρασκευή στον Άγιο Αντώνη με τις κλεφτές ματιές και εκείνη η ακαθόριστη ερωτική νοσταλγία που με τα χρόνια γίνηκε καυτή ανάσα, και δρόμος χωρίς επιστροφή.


Α!  θα’ ναι τα τραγούδια ο τρόπος, έλεγα, και ταξίδευα με τις ώρες φυλακισμένος στις έξι χορδές. Ήταν το ανασηκωμένο μαντήλι στο μέτωπο της γιαγιάς μου, από τη μια, κι από την άλλη οι φίλοι μου με τα συγκροτήματα που παίζανε και εγώ καθηλωμένος στον δισταγμό. Τι μεγάλα για μένα τι ακατόρθωτα φάνταζαν!  

Κάποτε τράβηξα άλλον δρόμο,  όμως κάτι θυμόμουν…
Σπούδασα για φαρμακοποιός, όμως οι φωνές, οι φωνές όπως οι παραμορφωμένες μελωδίες από τα ανοιχτά παράθυρα τα απογεύματα στην γειτονιά, κάτι αφήνανε στο κορμί μου. Μία ουσία από αλλού. Νόμιζα πως ήταν τα πρόσωπα των κοριτσιών.!  Δεν ήταν! Ήταν κάτι σαν αύρα που ερχόταν από το σύμπαν και είχε κάτι από όλα: βλέμματα, μοναξιά ανάγκη για γοητεία και για μοίρασμα...

Να φύγω να φύγω από δω. Αλλού, αλλού είναι η πατρίδα μου!.
Θαύμαζα τους ποιητές που ψέλνανε αγγελικά πάνω από ουράνια κάρα. Σαν του παππού!.. Θαύμαζα τους μουσικούς που ζωντανεύανε αυτήν την πολιτεία.


Ακολούθησα  το ποτάμι να βρω τον τόπο μου. Την πολιτεία μου από τότε, την βρίσκω για λίγο και την  χάνω την τελευταία στιγμή, ίσα που μπαίνω από τα τείχη της.
Ας είναι !. Έτσι λένε, είναι αυτοί οι τόποι!. Έτσι λεν είναι και η αλήθεια! Λιγοστή!. Τσάφ και πάει!. Ίσα- ίσα να αναπολείς και να φαντάζεσαι το επόμενο φωτάκι.   Να φαντάζεσαι!. Αυτό θα’ ναι!. Μόνο που δεν φτάνει αυτό, για να τελειώσω το τραγούδι που αρχίζω. Μόνο που ξεχνάω την αρχή του και ξαναγράφω άλλο μπας και την ξαναθυμηθώ. Μην ακούς. Ψάχνουμε εκείνο το τέλειο τραγούδι που θα μας οδηγήσει στους κάμπους της σιωπής.
Βλέπω όμως να αργεί εκείνη η ώρα και μάλλον θα τραγουδάω για πολύ ακόμα …

Σούλης Λιάκος

porn Porn