|
Γεννήθηκα και μεγαλώνω στην Βέροια. Στοιχειώνω κοντά της, της κρύβομαι, αλλά κάθε τόσο οι μυθικοί βασιλείς της με ανακαλύπτουν, και μου αναθέτουν μια αποστολή. Κατάλαβα, λέω, θέλουν να σαρκωθούν αυτοί, να γίνει το άϋλο υλικό και εγώ να αναληφθώ. Φωνές με ζώνουν, φωνές μυστήριες από παντού. Τι ζητάω εγώ σε τέτοια μέρη; Φοβάμαι και ορμάω πίσω στην γειτονιά που γεννήθηκα, κάπου κοντά στο γήπεδο. Αφουγκράζομαι τα απογεύματα από τα ανοιχτά παράθυρα τις παραμορφωμένες μελωδίες. Ξεχωρίζω την «Μαχαρανή» τα «ηλιοβασιλέματα» τον «Υμηττό» τον Τσιτσάνη τον Καζαντζίδη τις χορωδίες του Σίμωνα Καρρά, τον «..ραδιοφωνικό σταθμό της Άγκυρας!»΄που έλεγε η μάννα μου με καμάρι, τους αμανέδες των προσφύγων. Ξεχωρίζω και ένα χέρι που κρατούσε ένα πολύτιμο αχ, και προσπαθούσε να το ακουμπήσει με ευλάβεια και προσοχή πάνω στην ψυχή μου.
Α! ήταν και οι ψαλμωδίες του παππού που ερχόταν να μας δει πάνω στο κάρο με το άλογο: «ω άμμος της θαλάσσης» «του λίθου σφραγισθέντος». Ήταν και τα γλυκά πρόσωπα των κοριτσιών που δεν έβρισκα τρόπο να τα φτάσω. Ήταν η μεγάλη Παρασκευή στον Άγιο Αντώνη με τις κλεφτές ματιές και εκείνη η ακαθόριστη ερωτική νοσταλγία που με τα χρόνια γίνηκε καυτή ανάσα, και δρόμος χωρίς επιστροφή. Α! θα’ ναι τα τραγούδια ο τρόπος, έλεγα, και ταξίδευα με τις ώρες φυλακισμένος στις έξι χορδές. Ήταν το ανασηκωμένο μαντήλι στο μέτωπο της γιαγιάς μου, από τη μια, κι από την άλλη οι φίλοι μου με τα συγκροτήματα που παίζανε και εγώ καθηλωμένος στον δισταγμό. Τι μεγάλα για μένα τι ακατόρθωτα φάνταζαν! Κάποτε τράβηξα άλλον δρόμο, όμως κάτι θυμόμουν… Σπούδασα για φαρμακοποιός, όμως οι φωνές, οι φωνές όπως οι παραμορφωμένες μελωδίες από τα ανοιχτά παράθυρα τα απογεύματα στην γειτονιά, κάτι αφήνανε στο κορμί μου. Μία ουσία από αλλού. Νόμιζα πως ήταν τα πρόσωπα των κοριτσιών.! Δεν ήταν! Ήταν κάτι σαν αύρα που ερχόταν από το σύμπαν και είχε κάτι από όλα: βλέμματα, μοναξιά ανάγκη για γοητεία και για μοίρασμα...
|